Ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες

Ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες

Σ’ ένα επιβλητικό και άγριο ορεινό τοπίο, ΝΔ της Ανδρίτσαινας, βρίσκεται ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα, ένας από τους μεγαλύτερους ναούς της αρχαιότητας. Ο ναός βρίσκεται σε απόσταση 14 χλμ. νότια της Ανδρίτσαινας, σε υψόμετρο 1.130 μ., επάνω στο όρος Κωτίλιο. Στην τοποθεσία αυτή, που στην αρχαιότητα λεγόταν Βάσσες (δηλαδή μικρά πλατώματα σε βράχους), οι κάτοικοι της γειτονικής Φιγάλειας είχαν ιδρύσει, από τον 7ο αιώνα π.Χ., τέμενος του Απόλλωνος Βασσίτα, τον οποίον και λάτρευαν με την προσωνυμία του Επικουρίου (συμπαραστάτη στον πόλεμο ή στην αρρώστια). Το επίθετο Επικούριος δόθηκε την εποχή των πολέμων με τους Σπαρτιάτες γύρω στο 650 π.Χ.

Ο ναός αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας. Συγκεκριμένα, είναι ο καλύτερα διατηρημένος ναός μετά το ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για την ομορφιά του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο. Χτίστηκε το 420-400 π.Χ. στη θέση ενός παλαιότερου, αρχαϊκού ναού. Ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφτηκε το μνημείο, στα μέσα περίπου του 2ου αιώνα μ.Χ., αναφέρει ως αρχιτέκτονά του τον Ικτίνο.
 Η θέση που κατέχει ο ναός στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι ξεχωριστή, καθώς συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο τα αρχαϊστικά στοιχεία, που υπαγόρευε η τοπική θρησκευτική παράδοση, με τις τολμηρές ανανεωτικές ιδέες του δημιουργού του. Είναι δωρικός περίπτερος, με προσανατολισμό Β-Ν και διαστάσεις 14,48×38,24μ. στο επίπεδο του στυλοβάτη. Η υπερβολικά στενόμακρη κάτοψη της περίστασης, ο αριθμός των κιόνων (6×15 αντί του κανονικού για την εποχή 6×13) και η διάταξή τους (μεγαλύτερα μετακιόνια διαστήματα στις στενές πλευρές) είναι αρχαϊκά χαρακτηριστικά και παραπέμπουν σε συγκεκριμένο πρότυπο: το μεγάλο ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς. Συνυπάρχουν όμως αρμονικά με προοδευτικά γνωρίσματα της ώριμης κλασικής αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, όπως είναι η λεπτότητα των κιόνων, το χαμηλό ύψος της κρηπίδας και του θριγκού και η ευρυχωρία του προδόμου και του οπισθοδόμου.
 
Η μεγάλη πρωτοτυπία του μνημείου έγκειται στη διαμόρφωση του εσωτερικού του. Στο σηκό υπάρχει η ιδέα της κιονοστοιχίας κατά τις τρεις πλευρές, όπως στον Παρθενώνα και το ναό του Ηφαίστου (Θησείο) στην Αθήνα, όμως οι κίονες στις μακρές πλευρές δεν είναι ελεύθεροι. Εκφύονται από τους τοίχους ως λεπτά εγκάρσια χωρίσματα (ανάλογα με εκείνα του αρχαϊκού ναού της Ήρας στη Ολυμπία), που απολήγουν σε ιωνικούς ημικίονες με ιδιότυπα κοινόκρανα και βάσεις. Στη στενή πλευρά του σηκού, απέναντι από την είσοδο, ο ελεύθερος κίονας (ίσως και οι δύο τελευταίοι, στην ίδια γραμμή με αυτόν, ημικίονες) έφερε το πρώτο στην ιστορία της αρχιτεκτονικής κορινθιακό κιονόκρανο. Η κιονοστοιχία στήριζε ιωνικό θριγκό με ανάγλυφη ζωφόρο, που περιέτρεχε εσωτερικά και τις τέσσερις πλευρές του σηκού.
 

Είχε μήκος 31 μ. και οι 23 πλάκες της, με σκηνές Αμαζονομαχίας και Κενταυρομαχίας, βρίσκονται από το 1814 στο Βρετανικό Μουσείο. Πίσω από τον ελεύθερο κορινθιακό κίονα, στη θέση του κλειστού αδύτου άλλων ναών, δαιμορφώνεται ένας κλειστός χώρος, που επικοινωνεί μεν ελεύθερα με το σηκό, «βλέπει» όμως για θρησκευτικούς λόγους προς ανατολάς, με μια πόρτα που ανοίγεται προς το ανατολικό πτερό. Όλα αυτά τα στοιχεία συνέτειναν στην ανάδειξη του εσωτερικού χώρου και αποτέλεσαν καινοτομίες που έμελλε να επηρεάσουν αποφασιστικά την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στους επόμενους αιώνες.

 
Ο ναός είναι χτισμένος από τοπικό ασβεστόλιθο. Μαρμάρινα ήταν τα κιονόκρανα του σηκού, ορισμένα μέρη της οροφής και της στέγης και ο γλυπτός διάκοσμος. Η ερείπωση άρχισε από τα ρωμαϊκά χρόνια, πρώτα από τους ανθρώπους και μετά από τους σεισμούς. Γλυπτά του διάκοσμου του ναού, μεταξύ των οποίων και Αμαζονομαχία, βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Βρεττανικό Μουσείο.
 
Η ζωφόρος του ναού είναι ένα πραγματικό αριστούργημα αποτελούμενη από 23 μαρμάρινες πλάκες, από τις οποίες οι 11 δυτικά παρίσταναν Κενταυρομαχία (Λάπηθες – Κένταυροι) και οι 11ανατολικά Αμαζονομαχία (Αθηναίοι – Αμαζόνες). Η κεντρική στο βάθος παρίστανε τον Απόλλωνα που με τη βοήθεια της Άρτεμης, έκανε να έλθει η δικαιοσύνη, που διαταράχτηκε από τους Κενταύρους και τις Αμαζόνες. Πρόκειται για πραγματικό αριστούργημα, που η ζωντάνια και η έκφραση των μορφών, καθώς και η ταιριαστή πλοκή των σκηνών, το κατατάσσουν στους καλύτερους γλυπτικούς διάκοσμους της αρχαιότητας. Δυστυχώς τα μοναδικά αυτά γλυπτά της ζωφόρου του ναού, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έγιναν αντιληπτά από Ευρωπαίους αρχαιοκάπηλους και κλάπηκαν.
 
Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος τους κοσμεί τις προθήκες του Βρετανικού μουσείου, αλλά και του μουσείου του Λούβρου και του Μονάχου. Μέσα στο ναό υπήρχε και μεγάλο (12 πόδια) χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα, που κατά τις μαρτυρίες του Παυσανία, όταν ιδρύθηκε η Μεγαλόπολη μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε εκεί, μπροστά από το ναό του Λυκαίου Δία. Η πρόσβαση στον αρχαιολογικό χώρο του ναού μπορεί να γίνει από τη Μεγαλόπολη, μέσω Καρύταινας, και από τα Κρέστενα της Ηλείας.

Leave A Response