Πρόσφυγες στο Σταθμό Λαρίσης

Πρόσφυγες στο Σταθμό Λαρίσης

Εντάξει, η λέξη «λαθρομετανάστης» έχει αφαιρεθεί προ πολλού από το λεξιλόγιο των προοδευτικών αστών που νοιάζονται για τη δουλειά τους και δεν θέλουν να χάσουν την έξωθεν καλή μαρτυρία. «Κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος!». Το σύνθημα των αναρχικών ήρθε κι έδεσε στα μικροαστικά στρώματα. Κι ειδικά ανάμεσα στους διανοούμενους. Αλίμονό σου να αποκλείνεις από την πεπατημένη. Τώρα, τι αναρχισμός είν’ αυτός που θέτει όρους και όρια στην γλωσσική έκφραση, ενώ ευαγγελίζεται την κατάργηση των συνόρων και το πέσιμο των πάσης φύσεως τειχών; Τι να σας πω; Δεν ηξεύρω.

Είναι λυπηρό να βλέπεις τις οικογένειες κατάχαμα στο βρεγμένο και λασπωμένο χώμα γύρω από τις γραμμές του τραίνου να καταναλώνουν αργά το πενιχρό φαγητό τους σε καταλερωμένα σκεύη και να ξαναγεμίζουν το πλαστικό μπουκάλι με νερό από τις τουαλέτες. Πονάει η ψυχή σου με το βλέμμα των παιδιών, που σε κοιτούν με απορία: «γιατί τάχα εσύ να είσαι καλοντυμένος και τροφαντός και να φοράς ζεστά ρούχα;». Αχ μακάρι να μπορούσα να τους στεγάσω όλους σε μια μεγάλη αγκαλιά. Αλλά ακόμα και τώρα, που δεν είμαι πλούσιος (τουναντίον ένα φτωχαδάκι του κερατά, που γυρίζει όλο τη μέρα με την κάρτα απεριορίστων διαδρομών – όλες τις μετακινήσεις του μήνα με τριάντα ευρώ τις βγάζω), ακόμα και τώρα όμως που στενεύομαι φρικτά από την οικονομική Κρίση, τον οβολό μου τον δίνω και την φιλανθρωπία μου την κάνω, «από το υστέρημά μου», που λένε. Έτσι κι εκείνη την ημέρα. Αφού έβγαλα το πάμφθηνο καταγδαρμένο και πολυχρησιμοποιημένο πλαστικό πορτοφόλι μου για να δώσω το τελευταίο μου πεντάευρο χαρτονόμισμα σε μια οικογένεια ρακένδυτων με τρία παιδιά που κρύωναν, διαπίστωσα ότι δεν θα είχα καθόλου χρήματα μέχρι το επόμενο Σάββατο το πρωί, ότε θα μπορούσα να πάρω από την τράπεζα μέρος των 420 ευρώ που εδικαιούμην εβδομαδιαίως. Σιγά μην είχα 430 ευρώ στον λογαριασμό μου. Πού να τα εύρω; Ας είναι καλά οι πιστωτικές κάρτες, ένα χωραφάκι με ελιές και τα μαθήματα γαλλικής γλώσσης και πιάνου, που διδάσκω κατ’ οίκον, όταν βρω πελάτες και υποψήφιον μαθητήν. Δεκαπέντε ευρώ η ώρα, που γίνεται όμως συχνάκις και πλειστάκις δίωρον και τρίωρον. Τόσο χαζοβιόλης είμαι! Μπαίνω που λέτε εις το μετρό, στριμώγνομαι ανάμεσα σε τσολιάδες της προεδρικής φρουράς που έχουν έξοδο, πρωτάκια της σχολής Ευελπίδων (με τα στρατιωτικά τους αυτοί) και μια παρέα Ρουμάνων που κάνουν μπαμ από χιλιόμετρο από μακριά ότι είναι κλέφτες. Παρ’ όλο που έχω το νου μου στα λιγοστά υπάρχοντά μου (κυρίως στο κινητό, που το έχω χάσει τρεις φορές στο μετρό, δύο στον ηλεκτρικό και μία στον προαστιακό), αφήνομαι να διαπληκτιστώ με μία Ρουμάνα που επιμένει ότι το σακίδιο της πλάτης μου την τραυμάτισε σοβαρά στο πρόσωπο. Την ίδια ώρα, ο Ρουμάνος (γιος ή σύζυγός της, δεν ξέρω) βάζει τις χερούκλες του στην αριστερή μου τσέπη, βγάζει το πορτοφόλι μου, βλέπει ότι είναι άδειο, προσπαθεί να το ξαναβάλει μέσα, όμως εκείνη τη στιγμή δεν διαλανθάνει της προσοχής ενός τσολιά που του αρπάζει το χέρι, το πορτοφόλι πέφτει κάτω, το αρπάζει ένας άλλος, αγνώστου εθνικότητος, τρέχει στην άλλη έξοδο του βαγονιού, τον αρπάζει ένας της Σχολής Ευελπίδων, του αρπάζει το πορτοφόλι, μου το επιστρέφει, ένας τρίτος όμως βγάζει μαχαίρι και μας απειλεί όλους (προφανώς είναι της ιδίας συμμορίας ή τρελός) – αποφεύγουμε να τον πλησιάσουμε, όλοι εκτός από έναν ναρκομανή που δεν καταλαβαίνει Χριστό και τα παίζει όλα για όλα, του αρπάζει το σουγιά από τη λεπίδα, πληγώνεται, τα χέρια του βγάζουν αίματα, τρέχουν στο πάτωμα, τα πατάμε, γλιστράμε, πέφτουμε θέλοντας και μη πάνω στους διπλανούς μας κάθε φορά που το τραίνο στρίβει, κόβει ταχύτητα ή απλώς επιταχύνει. Κι όλα αυτά με ταχύτητα αστραπής μέχρι να φτάσουμε όλοι μαζί (τρόπος του λέγειν) στον επόμενο σταθμό. Ο οπλισμένος φωνάζει: «Aids! Ο τοξικομανής έχει aids! Μην πλησιάζετε! Μην πατάτε τα αίματα και γλιστρήσετε!». Μέσα στον πανικό πετάει το μαχαίρι στις γραμμές του τραίνου, σιάζει τον γιακά του κολαρισμένου πουκαμίσου του κάτω από τον τζιν μπουφάν και φεύγει σαν κύριος, σα να μην συμβαίνει τίποτα, ενώ οι σεκιουριτάδες του σταθμού ασχολούνται με τον ναρκομανή, τα αίματα και μια κυρία που έχει πάθει υστερία. Πάσχει, βλέπετε, από μικροβιοφοβία κι αρρωστοφοβία, μαζί.

Κατεβαίνω, αλλάζω βαγόνι και φεύγω προς τον γνωστόν προορισμόν για να προλάβω το επόμενο μάθημά του. Το πορτοφόλι (άδειο-ξεάδειο) είναι ακόμα στην τσέπη μου, τα κλειδιά του δώματος (ίδια αητοφωλιά) στην δεξιά τσέπη, και το κινητό στην δεξιά τσέπη του μπουφάν. Όχι όμως για πολλή ώρα. Μια συμμορία, Ελλήνων αυτή τη φορά, (Ελληνίδων για την ακρίβεια!) με άψογο μανικιούρ βάζει στο μάτι τα υπάρχοντά μου. «Μα τι διάβολο! Το μαλακόσημο στο κούτελο έχω; Όχι, πείτε μου. Αφήστε το. Μην μου πείτε καλύτερα. Δεν θέλω να ξέρω. Δεν θέλω να ακούσω και αυτή την απάντηση».

Όμως αυτή τη φορά είμαι σε πλήρη εγγρήγορση. Τέρμα η καλλιτεχνική αφηρημάδα και το χαζοχαρούμενο ύφος του στυλ «Όλοι άνθρωποι είμαστε, τέκνα του ιδίου Θεού». Την πιάνω τη μία με το αριστερό της χέρι στην αριστερή μου τσέπη. Της το στρίβω μέχρι να της το στραμπουλήξω. Εκείνη διαμαρτύρεται φωνασκώντας. Εγώ θυμωμένα, με μια βραχνή κι άγνωστη στους μαθητές μου φωνή, ακούω τον εαυτό μου να λέει: «Πρόσεξε, γιατί ο επόμενος δεν θα είναι τόσο καλός κι ευγενικούλης σαν εμένα». Κι ετοιμάζομαι να κατέβω, ενόσω εκείνη κάνει ότι σκαλίζει το κινητό της με τα κιτς βαμμένα νύχια της, που έχουν πάνω τους λουλούδια, μελισσούλες, πεταλούδες κι όλα τα αγροτοτεμάχια που κάποτε ήταν χέρσα και παρατημένα, αλλά τώρα με την κρίση ξανάνθισαν και πήραν τα πάνω τους. «Σιγά. Θα ‘θελες», με ρουμπώνει ένας κακεντρεχής, γνώστης της σκληρής πραγματικότητας. Γι’ αυτό κι εγώ δεν του απαντώ. Κατεβαίνω και με ένα ύφος συνετής ανωτερότητας πάω να διδάσκω πιάνο και γαλλικά σε έναν μύωπα. Τέλος διηγήματος.

 

 

 

 

 

 

Leave A Response