Ο …ορειβάτης

Ο …ορειβάτης

Λοιπόν, το τύπος, ήταν τελείως παλιομοδίτης, μπανάλ κι εστερείτο φαντασίας. Παντρεμένος με γιατρό μικροβιολόγο, υποχόνδρια και περπατημένη, αν και του …κατηχητικού. Ξέρετε τώρα, αυτές οι κύριες στην κλιμακτήριο, οι μεγαλωμένες επί χούντας δεν πιάνονται με τίποτα. Μέχρι και τανκς να δούνε να ορμάει κατά πάνω τους, αυτές θα πάνε με ένα γαρύφαλλο στο χέρι και το σήμα της νίκης (ή μήπως της ειρήνης; δεν ενθυμούμαι) στο άλλο, θα βαδίσουν ήρεμα κατά πάνω στον χειριστή του μηχανήματος, λες κι έχουν καπνίσει όλον τον κάμπο Ηλείας, προς Ζαχάρω μετά, ανάμεσα στα καρπούζια (που κλέβουν οι γύφτοι) οι φυτείες…

            Αυτή η καλή κυρία, που λέτε, ήταν παντρεμένη με έναν ανώτερο υπάλληλο της Δ.Ε.Η. ή του Ο.Τ.Ε (τι σημασία έχει; επιχείρηση κοινής ωφέλειας ήταν πάντως)… Του έκανε δύο παιδιά, ρεμπεσκές ο μεγάλος (ίδιος ο πατέρας του), σπιρτόζα η μικρή (φτυστή η μάνα της), αλλά όταν πενηνταρίσανε, άρχισε εκείνος να της στερεί το …κοκό, αργά, σταθερά και συστηματικά. Εκείνη φαντάστηκε ότι θα έχει στυτικά προβλήματα λόγω ηλικίας, όμως οι λεκέδες στα εσώρουχά του, κάτι υπολείμματα κραγιόν σε απίθανα …μέρη, κάτι μυρωδιές και στο τέλος, ένα ξεραμένο …φύλλο στον πισινό, της έδωσαν να καταλάβει ότι περί άλλων τυρβάζει και μεριμνά ο καλός της ο αντρούλης, ενός δε έστιν …χρεία (να κοιμηθεί, δηλαδή, έστω και για τα μάτια του κόσμου, μια φορά τη βδομάδα, μια φορά το μήνα – έστω – και με τη δόλια τη σύζυγό του, που – τύπος και υπογραμμός – κρατούσε καθαρό το όνομά, το κούτελο και το …εσώρουχό της στην κοινωνία. Ααα, είχαν όλοι να το λένε. «Κυρία με τα ούλα της», εκεί στην ορεινή Καρδίτσα που ξεχειμώνιαζε. Το καλοκαίρι το περνούσαν στο εξοχικό τους στον Πλαταμώνα.

            Τελικά, αυτή την ψυλλιάστηκε τη δουλειά ότι εκείνος την κουνάει την αχλαδιά (και την αμυγδαλιά, και τη ροδακινιά και όλα τα οπωροφόρα – ρατσιστικές διακρίσεις θα κάνουμε τώρα;) κι αποφάσισε να δράσει με τρόπο συστηματικό και καθαρό, έτσι όπως μια μικροβιολόγος ξέρει. Προσέλαβε ντετέκτιβ, του χάρισε στυλό, μανικετόκουμπα, ζώνη (λουρίδα), ρολόι, γυαλιά, κινητό με κρυφή κάμερα και μικροπομπό και κάποια στιγμή είδε το …βίντεο και της βγήκαν τα μάτια έξω… Ο μουρντάρης σε ορεινό θέρετρο (φυσιολάτρης γαρ και μέλος …ορειβατικού συνδέσμου) να βγάζει τα μάτια του με ξεβαμμένη ξανθιά, που – «για στάσου μια στιγμή!» – ήταν η κουμπάρα της! Και σε άλλο πλάνο σε τριολέ με την κομμώτριά της. Κι αλλού με τον εκπαιδευτή του σκι. «Τι σκι και ξεσκί… Θα του δείξω εγώ και θα καταλάβει». Κι όταν εκείνος την ειδοποίησε ότι θα λείψει για τρεις μέρες σε ορειβασία στα …Καλάβρυτα, ντύθηκε εκείνη Παλαιών Πατρών Γερμανός, πήγε στη ρεσεψιόν του ορεινού ξενοδοχείου, έδειξε την ταυτότητά της και ζήτησε το κλειδί από το δωμάτιο του συζύγου της, που έλειπε εκείνη την ώρα σε πεζοπορία παρά …φύσιν. Κρύφτηκε στη ντουλάπα, της ήρθε λίγο στενά γιατί είχε παχύνει τελευταία, και περίμενε. Δεν κράτησε όμως πολύ η ταλαιπωρία της. Άνοιξε η πόρτα, ακούστηκαν φιλιά ρουφηχτά, στεναγμοί, γοργανασέματα και όταν κάποια στιγμή η κατάσταση έφτασε στο …απροχώρητο, ξεμπούκαρε αυτή με το τάμπλετ κι άρχισε να βιντεοσκοπεί την ερασιτεχνική τσόντα, ενόσω απειλούσε τους δύο (;) μοιχούς βρίζοντας θεούς και δαιμόνους: «Θα σας κάνω ρεζίλι στο διαδίκτυο! Ερασιτεχνική τσόντα με παντρεμένο και άτιμη κουμπάρα, αααα, και…. μουρντάρη υδραυλικό! Μα πόσοι είστε ακόμα; Για να κοιτάξω και κάτω από το κρεβάτι». Κάπου εκεί βρήκαν την ευκαιρία οι …άλλοι και το έσκασαν ενόσω αυτή κυνήγαγε κατσαρίδες κάτω από το βαρύ ξυλόγλυπτο κρεβάτι, απομίμηση σκυριανού ντε και καλά! Μα τι δουλειά είχε η Σκύρος με την Πάτρα; Τέλος πάντων. Δεν μπορείς να ζητάς από τον κώλο της μυλωνούς καλλιγραφία ενόσω πηδιέται πάνω στο σακί με τα αλεύρια, εν γνώσει του συζύγου της, προκειμένου να κλέψουν τον πελάτη στο ζύγι, πονηρός ο βλάχος, «δώσ’ του θάρρος του χωριάτη και θ’ ανέβει στο κρεββάτι».

            Όμως μην φανταστείτε ότι έγινε και κανένα μεγάλο σκάνδαλο. Μπα, ψιλοπράγματα. Για να έχουν οι κακές γλώσσες να λένε κι οι ευθυμογράφοι να εμπνέονται. Μμμμ. Τέέέλοοος πάάάντωωωννννν.

            Ο σύζυγος μετακόμισε στο υπόγειο, αμφοτέρων των κοινών κατοικιών τους, για να ζωγραφίζει τάχαμου τάχαμου, τα παιδιά μεγάλωσαν κι έφυγαν από το σπίτι, εκείνη τον …έθαψε και το παίζει τώρα χαρούμενη χήρα. Εις υγείαν του …πηδηχτή. «Στις εννιά του μακαρίτη μπήκε άλλος μες στο σπίτι. Μόνο που αυτός ο άλλος δεν ήταν αρσενικός, αλλά μια τροφαντή …νοσοκόμα. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Πού να δεις άλλα …μέρη της ανατομίας του.

            Ο κόσμος είπε – όπως πάντα – πολλά. Όμως ποιος ξέρει πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει το μύθευμα; Η νεκροψία θα δείξει.

 

Leave A Response

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.