Βαμπιρισμός

Βαμπιρισμός

Η πίστη των ανθρώπων στους νεκροζώντανους έχει τις καταβολές της στην Αρχαιότητα. Ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στους Ασσύριους, από τους οποίους σώζονται μέχρι και σήμερα κείμενα βακχικού περιεχομένου και μία εκτενής προσευχή που χρησίμευε ως ξόρκι προστασίας από τους βρικόλακες, ενώ στις λαϊκές δοξασίες των Σλάβων τα Βάμπας έπρεπε να ανασκολοπίζονται με τη χρήση ενός πάσαλου που διαπερνούσε την καρδιά.
Από παλιά επικρατούσε η άποψη ότι οι νεκροί που δεν κηδεύονταν σύμφωνα με τις τελετουργίες της ταφής μετατρέπονταν στους λεγόμενους νεκροζώντανους. Ένας λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι τηρούσαν απαρέγκλιτα τις επιτάφιες τελετές ήταν ο φόβος για τους βρικόλακες. Αυτοί ερμηνεύτηκαν ως νεκροί με μοχθηρότητα, που διψούν για ζωή. Η ιδέα ότι ο νεκρός απομυζεί το αίμα από τους ζωντανούς προήλθε από την απόδοση στο αίμα ζωτικής ενέργειας, η οποία θεωρούνταν ότι απορροφάται με υπερφυσικά μέσα και από απόσταση.

Οι παραδόσεις αυτές μεταφέρθηκαν και στους δυτικούς πολιτισμούς, όπως σε εκείνες για τους Βάκχους ή τα Βαμπίρ των Βαλκανίων. Υπάρχουν αμέτρητες διηγήσεις σχετικές με νεκρούς, οι οποίοι, ενώ βρίσκονταν στον τάφο, έσκιζαν τα ρούχα τους. Μία από αυτές ανάγεται στο 16ο αιώνα, όπου λέγεται ότι είχαν ανοιχτεί τάφοι στους οποίους παρατηρήθηκε πως οι νεκροί είχαν φάει τα ρούχα τους. Έτσι, όταν ανακαλύπτονταν παλιοί τάφοι με νεκρούς, που είχαν το πρόσωπο στραμμένο προς το έδαφος ή που τους είχαν συμβεί άλλες ανεξήγητες αλλαγές, τότε αυτοί ακρωτηριαζόταν ‒θεωρούνταν μία αποτελεσματική μέθοδος‒ με την κόψη του κεφαλιού και των άκρων τους, για να αναπαυτούν εν ειρήνη.

Στις λαϊκές παραδόσεις του γερμανικού βορρά, επικρατούσε η μορφή του «Doppelsauger», αυτού που απομυζά δυο φορές, αφήνοντας το στίγμα των δυο δοντιών στο λαιμό του θύματος. Η συσχέτιση της νυχτερίδας με το βαμπιρισμό άρχισε να εμφανίζεται στην Κεντρική και Νότια Αμερική από ένα είδος νυχτερίδας, της desmodus rotundus, που απομυζούσε το αίμα των ανθρώπων, διαθέτοντας ένα θανατηφόρο δάγκωμα.

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους που συνδέθηκε με τους νεκροζώντανους είναι εκείνος του ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας Βλαντ Γ’ Τσέπες, γιου του Δράκου, που έζησε το 15ο αιώνα. Ήταν γνωστός και ως Δράκουλας και έγινε διαβόητος για τη φρικτή μέθοδο βασανισμού και εκτέλεσης που εφάρμοζε με τον ανασκολοπισμό, ενώ μετά την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο Ρουμάνος ηγεμόνας της Βλαχίας αποστάτησε από το Χριστιανισμό και αναδείχθηκε ως η προσωποποίηση του βαμπιρισμού.

Από εκείνη την εποχή και μετά άρχισαν να γράφονται διάφορα προστατευτικά κείμενα πρόληψης και να δημιουργούνται τα πρώτα φυλαχτά, όπως στεφάνια από κράταιγο, σαν το αγκάθινο στεφάνι του Ιησού Χριστού, τεράστιοι σταυροί τυλιγμένοι με σκόρδα, αλλά και καθρέπτες με αγιασμό, που κοσμούσαν σχεδόν κάθε σταυροδρόμι και σημαντικά περάσματα της Ρουμανίας.

Οι πρώτοι κυνηγοί βρικολάκων έκαναν την εμφάνισή τους με συγγράμματα και μεθόδους, που, ουσιαστικά, θύμιζαν περισσότερο το κυνήγι των μαγισσών στο Μεσαίωνα. Ο Ογκιστέν Καλμέ εξέδωσε το 1746 μία πραγματεία σε σχέση με τους νεκροζώντανους, βασισμένη σε αρχαίες και ιστορικές αναφορές και αποσπάσματα. Εκεί έθιξε τους προσωπικούς φόβους των ανθρώπων, επιδεινώνοντάς τους, καθώς τους τρομοκρατούσε το ενδεχόμενο να θαφτούν ζωντανοί. Οι φόβοι αυτοί δεν ήταν αδικαιολόγητοι, γιατί εκείνη την εποχή ο θάνατος διαπιστωνόταν πολύ δύσκολα λόγω των ελλιπών γνώσεων. Ωστόσο, παρότρυνε τους γιατρούς να ασχοληθούν εκτενέστερα με το ζήτημα της νεκροφάνειας.

http://city-mag.weebly.com/

Leave A Response

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.