Η εκδίκηση της κοπριάς

Η εκδίκηση της κοπριάς

Ξέρετε από πού βγαίνει το επίθετο «σκατόψυχος» και το ουσιαστικό «σκατοψύχια»; Μα φυσικά, από εκείνους που πήγαιναν κι έχεζαν στον τάφο του εχθρού τους, ή όταν άνοιγε η διαθήκη όσοι δεν έμεναν ευχαριστημένοι αντί του «κλασικού»: «θειός συχωρέστονε/στηνε» ή «τι είναι τάχα ο άνθρωπος; Ένα τίποτα είναι. Μια κακία μένει», αποφάσιζαν να το γυρίσουν το φύλλο και να βγάλουν τον χειρότερο εαυτό τους, ήτοι «το θηρίο που κρύβουν μέσα τους».

Εκεί χάνεται κάθε λογική και το συναισθηματικό σώμα ξεχειλίζει από οργή, αιτιολογημένη ή αναιτιολόγητον… Εεε, τότε, ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Πηγαίνουν και κατουράνε πάνω στα μνήματα, πασαλείβουν τα άσπρα μάρμαρα με βρωμιές, γράφουν συνθήματα στους τοίχους της οικίας του αποθαμένου, καταριούνται, σχίζουν τα ιμάτιά τους κι άλλα χαμερπή.

Αυτό συνέβη και με πολύφερνη «Θεία από το Λονδίνο», που τους είχε όλους μια ζωή και χορεύανε καρσιλαμά, σαν αρκούδες στα παλιά τα πανηγύρια και ικανοποιούσαν όλες τις ιδιοτροπίες τους. Ακόμα κι όταν εκείνη δήλωσε κομουνίστρια, γιατί τα έφτιαξε με έναν αλκοολικό γιατρό (παντρεμένον μεν, κοινοκτήμονα δε – ειδικά στον έρωτα, με επίφαση στον κερδοφόρο), ανάγκασε η χαζούλα, η αγόμενη και φερόμενη από τον επιτήδειο ζιγκολό, να κυκλοφορούν όλοι με εφημερίδα της Αριστεράς παραμάσκαλα [δεν λέμε ποια – γιατί δεν μας φταίνε τα Ιδεώδη όταν εμπνέουν χαμερπείς ανθρώπους]. Έτσι λοιπόν ανίψια και ξαδέρφια (δέκατου πέμπτου βαθμού), άρχισαν να πηγαίνουν σε πορείες και σε συνελεύσεις κομματικών οργανώσεων, να αλλάζουν ενδυματολογικό κώδικα, να συχνάζουν σε φεστιβάλ κομματικών νεολαιών και τα συναφή.

Μέχρι που πέρασε εκείνη η μόδα (αφού της είχε φάει ο κωλοπετσωμένος γαμιάς μια πολυκατοικία, τρία αυτοκίνητα, το ένα σπορ, από αυτά που συμμετέχουν σε κούρσες ταχύτητας) και τότε το γυρίσαμε στο αγγλικό φλέγμα, γιατί ο επόμενος ήταν ένας ψηλοκάνης άγγλος λόρδος, αλκοολικός κι αυτός. Τότε όλοι κυκλοφορούσανε με σκωτσέζικη φουστίτσα κι ας κρυώνανε τα αχαμνά τους μέσα στο καταχείμωνο. Όμως κι αυτή η μόδα πέρασε γρήγορα, γιατί ο «αρραβωνιαστικός» πέθανε από κίρρωση του ήπατος, λίγο πριν παντρευτεί την πολύφερνη θεία.

Έπεσε κι εκείνη με τα μούτρα στα «θεία» και το επόμενο κοράκι που οσμίστηκε ψοφίμι και μαζεύτηκε να αρπάξει, ήταν ένας θεολόγος-ψυχίατρος [ναι, υπάρχουν κι αυτές οι ειδικότητες, αλλά μόνο στην Ελλάδα της Κρίσης, προ και μετά…], ο οποίος αφού την παραμύθιασε δεόντως με κάτι ψυχαναλύσεις του κώλου, χρησιμοποιώντας όλα τα στερεότυπα του είδους, την παράτησε κι έφυγε, παίρνοντας μαζί του ένα πολυτελές οροφοδιαμέρισμα-γραφείο στον Πύργο Αθηνών, δύο πόρσε και μία μαζεράτι (κανονικό αυτοκίνητο είχε για κάθε μέρα). Όμως η δόξα του δεν κράτησε πολύ. Πήδηξε έναν ανήλικο μαθητή γυμνασίου, που του τον έφεραν οι ταλαίπωροι γονείς του από την Κρήτη για να του θεραπεύσει την …ομοφυλοφιλία, όταν όμως σταμάτησε να ορέγεται την ολάνοικτη πίσω θύρα του νεαρού, εκείνος που είχε τσιμπηθεί μαζί του κι είχε «δαγκώσει τη λαμαρίνα», έπαθε σύνδρομο στέρησης και τον κατήγγειλε στη σχολική σύμβουλο, μέχρι που πιάσανε τον άθλιο θρησκευάμενο τάχαμου-τάχαμου ψυχίατρο επί το έργον κι αναγκάστηκε να πληρώσει τα μαλλιά της κεφαλής του σε γονείς κι εκβιάστρια σχολική σύμβουλο για να μην βρεθεί στη φυλακή και του κάνουν οι συγκρατούμενοι την …ροδέλα, κουλούρι Θεσσαλονίκης. Αντ’ αυτού, αφού τα έχασε όλα (δόξα-φήμη-καρριέρα) και κατέφυγε σε σκήτη του Αγίου Όρους, όπου αγρίεψε τελείως κι έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του.

Από τότε η θείτσα ορκίστηκε να μην ξανασχοληθεί με τα ερωτικά και να μονάσει κι αυτή. Με έναν ιδιότυπο όμως τρόπο. Ασχολήθηκε με τα ανίψια. Ίντριγκες, βυζαντινισμοί, οι «ευνούχοι του παλατιού» έδιναν κι έπαιρναν συκοφαντώντας τους άλλους. Ούτε πουλί πετούμενο δεν μπορούσε να πετάξει έξω από την κρεβατοκάμαρη της Υψηλοτάτης χωρίς να περάσει από τον έλεγχο των ευνούχων-τελωνειακών. Τελικά όμως, όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις πονεμένες ιστορίες, η Θεία Δίκη χτύπησε αλύπητα πάντας τους εμπλεκομένους. Η θεία έπεσε σε χρόνια ασθένεια μετά πολλών εξόδων, η περιουσία εξανεμίστηκε τις δεκαετίες που όλοι εύχονταν τον θάνατό της κι αυτή είχε τον απέθαντο. Μέχρι κι εξορκισμό της έκαναν. Τίποτα αυτή. Δεν ήθελε να εγκαταλείψει με τίποτα τον μάταιο τούτο κόσμο. Τι πολέμοι, τι λοιμοί, λιμοί, καταποντισμοί!!! Αυτή ακλόνητη. Αγκιστρωμένη στη ζωή, σαν το χταπόδι με τις βεντούζες τους στο βράχο το θαλασσινό. Τελικά δεν έμεινε τίποτα από την αμύθητη (;) περιουσία. Μόνο χρέη άφησε στους τελευταίους που είχαν τη μωρία και ανοησία να της παραστέκουν. Μόνο χρέη τους άφησε. «Ούτε τα θαφτικά της». Τζάμπα τόσες ίντριγκες! Καταλαβαίνεται τώρα από πού βγαίνει το επίθετο «σκατόψυχος» και το ουσιαστικό «σκατοψύχια»;

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

www.konstantinosbouras.gr

Leave A Response