Τι να πεις για το …πιπί της αλληνής

Τι να πεις για το …πιπί της αλληνής

Φαίνεται ότι η Κρίση έβγαλε τον χειρότερο εαυτό σε όλους. Ο κοινός ιστός αποσαθρώθηκε. Ήταν που ήταν εφθαρμένος (ή διεφθαρμένος)… «Ήταν στραβό το κλίμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος κι αποστραβώθηκε», όπως λέει ο σοφός πλήν τίμιος λαός. Οι συμμορίες τώρα δρουν απροκάλυπτα κι ανενόχλητα. Αποθρασύνθηκαν τα τρωκτικά και βγήκαν από τις μιαρές φωλιές τους. Ο ασβός, ο βρωμιάρης αυτός και αηδής τεμπέλης, ξέρετε τι κάνει για να κλέψει τη φωλιά της πεντακάθαρης, πανούργας, εργατικής και δημιουργικής αλεπούς; Πάει και χάζει μέσα! Μάλιστα, όπως ακριβώς το ακούσατε (ή το διαβάσατε, καλύτερα – έπεα πτερόεντα!). Η διασπάθισις του Δημοσίου Χρήματος, το ροκάνισμα των κοινοτικών κονδυλίων, των επιχορηγήσεων, των χρηματικών βραβείων παντός είδους, παίρνει διαστάσεις τριτοκοσμικής επιδημίας… Κάτι σαν το έμπολα, ένα πράμα.

Όλοι (όλοι; Όχι – υπάρχουν και τίμιοι και μετρημένοι και μετριοπαθείς και πολιτισμένοι και μορφωμένοι και ηθικοί άνθρωποι σε αυτήν την πανάρχαια χώρα – ευτυχώς)… μερικοί τέλος πάντων (αλλά αρκετοί για να χαλάσουν την ευταξία και την κοινή αίσθηση του Δικαίου) επιδίδονται σε κάθε είδους λαμογιά, μπαγαμποντιά, πατώντας στην ανυπαρξία, δυσλειτουργία ή την ανεπάρκεια θεσμών αλωμένων εκ των έσω, αφού για να φτάσεις σε κάποιο από τα υψηλά αξιώματα, από κλητήρας στο δημόσιο και πάνω, πρέπει να είσαι οσφυοκάμπτης, να δίνεις αφειδώς κι αφελώς «γην και ύδωρ», να είσαι έτοιμος να «γλείψεις κατουρημένες ποδιές», χεσμένους κώλους και διάφορα άλλα αποκρουστικά κι αηδή. Αν δεν σε κρατάνε από κάπου δεν μπορείς να ανέλθεις και να αναγνωριστεί η αξία σου. Επικρατεί η λογική της συμμορίας. Η μαφία έχει νόμους, κανόνες, όρκους σιωπής κι επαπειλούμενες τιμωρίες αν ξεφύγεις από τα εσκαμμένα. «Αν φύγεις από το μαντρί θα σε φάει ο λύκος, αν μείνεις θα σε φάει ο …βοσκός». Κι αν «οι σκέψεις μας γενούν την πραγματικότητά μας», αληθεύει επίσης ότι «τα σκατά όταν τα ανακατεύεις ζέχνουν». Όμως σ’ αυτό βασίζονται κι αυτοί: ότι κανείς δεν θα ασχοληθεί με την όζουσα πραγματικότητά τους, ότι κανείς δεν θα βάλει βαθιά τον …δάκτυλον επί του βάλτου της χαβούζας και χωματερής τους. Όμως επειδή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι κάτι κολλητικό κι ότι γίνεται μας αφορά όλους, αφού είμαστε απαξάπαντες συνδεδεμένοι, όχι μόνον στο Διαδίκτυο, αλλά και στο συμπαντικό χωροδικτύωμα της Υλο-ενέργειας, αφού εν τέλει όλοι είμαστε Ένα, θα πρέπει να «γνωρίζει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά μας» και να λαμβάνουμε αντιπυρετικά, αντιφλεγμονώδη κι αναψυκτικά κατά το δοκούν, αλλιώτικα θα σκάσουμε όλοι μαζί από …αηδία, ασφυξία, αναλγησία. Τα δηλητηριώδη τοξικά …αέρια της δραστηριότητας των επιδέξιων …ποπών, πού καλόμαθαν στα μεταξωτά εσώρουχα και δεν τους κάνουν πλέον τα ντρίλινα, τα συνθετικά, τα τσιτάκια, ενώ πρόκειται για άτομα μπας-κλας και κατώτερης ανθυποστάθμης και θα έπρεπε με σκουπίδια και στιμμένες λεμονόκουπες και στριμμένα άντερα να συναναστρέφονται…

«Τι να πεις για το πιπί της αλληνής λοιπόν;». Μα τι να πρωτοπείς, που το έκανε λάστιχο και το έδωσε και το άνοιξε και το λίπανε και το προετοίμασε για να μπει ανενόχλητα το κάθε πεοφόρον που έχει μια μικρομεσαία «υψηλή» θεσούλα και μπορεί να «σπρώξει» την μωροφιλόδοξον έστω κι έναν πόντον υψηλότερα ποντάροντας στη μωροφιλοδοξία της προκειμένου να …γαμήσει. [Συχωρέστε μου την ιδιόλεκτο, εγώ, μία Αρσακειάς – φίλη μου είναι που μοι τα διηγείται αυτά, όπως καταλαβαίνετε – ανθη-ρόστομος κι αμφίστομος… όχι εγώ – όχι εγώ Κύριε, σε άλληνα η δόξα, που – ως γυναίκα – δεν της ξεφεύγει τίποτα από τα καμώματα των …ομο-φύλων και ωμο-φύλλων της].

Η εν λόγω κυρία, όχι η φίλη μου η Αρσακειάς, αλλά η άλλη, που δεν είναι διόλου μα διόλου κυρία, αφού την έδιωκε κι ο άντρας της, γνωστός πεογλείφτης και κερατάς και παρτουζιάρης, που μπέρδευε πάντα τα σώβρακα με τα κυλοτάκια της, αλλά όλα τα πράγματα έχουν ένα όριο, ακόμα και στην ακολασία – κι η πορνογραφία έχει τα όριά της, κάποια στιγμή ξερνάς και δεν μπορείς να ξαναφάς …κεράσια μήτε …καρύδες μήτε …μπανάνες ούτε άλλα φρούτα …εδώδιμα κι αποικιακά.

Η τέως κυρία (πάλαι ποτέ, όχι πρώην ούτε μέλλουσα) ξεφτιλίστηκε τελείως στην Υπηρεσία της, στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης όπου εργάζεται, όταν όρμηξε η αντίζηλός της (μια άλλη παντρεμένη, κολλημένη με τα …μάτια του στρατηγού – λοχαγίσκος είναι καλέ)… όρμηξε λοιπόν η απατημένη ερωμένη, παντρεμένη με επιλοχία και μητέρα δίδυμων αγοριών που μοιάζουν στον λοχαγό της… πιάστηκαν μαλλί με μαλλί οι δύο σακαφιόρες κι έγινε το «έλα να δεις». Όμως, σα να μην έφτανε αυτό, ήρθε μίαν ημέραν των ημερών η πεθερά του μέλλοντος στρατηγού, με μια μακριά μαγκούρα, ξέρετε από εκείνες τις γκλίτσες που φέρουν οι τσοπαναραίοι για να ανασύρουν τα χαμένα αιγοπρόβατα από τον γκρεμό κι άρχισε να κυνηγάει από τουαλέτα σε τουαλέτα γυναικών τις δύο εξώλης και προώλης βαθμοφόρους εθελόντριες. Όμως εκεί ανεσύρθη άλλο λαυράκι. Ξαφνικά πετάχτηκε κάτω από ένα χώρισμα ένας στρατιώτης από την Κω, που έκανε μάτι στην μία ..εταίρα, την ώρα που αυτή είχε κατεβάσει το βυσσινί φωσφοριζέ στρινγκάκι της κι εκατουρούσε. Χαμός! Φωνές! Κουρνιαχτός! Ένορκες διοικητικές εξετάσεις. Κώλαφος. Φυλακίσεις. Ο θρίαμβος του πανερωτισμού εναντίον της αστικής συμβατικής ηθικής. Όλοι – υποτίθεται – ότι καταδίκαζαν τις δύο …σουρομαδημένες καργιόλες, αλλά όλοι βιάζονταν να τις ξεμοναχιάσουν και να εξασφαλίσουν μία τουλάχιστον συνέρευσιν μαζί των. Όμως πέρασε λίγος καιρός με νηνεμία (κοινώς «μπουνάτσα») που δεν συνέβαινε τίποτα στο στρατόπεδο του Πενταγώνου [οιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα ή πράγματα εντελώς μα εντελώς συμπτωματική!], ότε η βραδινή έφοδος υπό του ταξιάρχουν ηύρε τον λόγο οδηγών στρατιωτικών οχημάτων εις πλήρην αταξίαν και εις το «τσακίρ κέφι». Μα τι είχε συμβεί; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά κι από την αρχή. Στην αποθήκη των πυρομαχικών υπηρετούσε ένας απελευθερωμένος ομοφυλόφιλος. Αυτός ψάρεψε δύο νταβραντισμένους οδηγούς (πρώην ταξιτζής και τέως νταλικιέρης, αντίστοιχα) κι άρχισαν τα παιχνίδια… Σε κάποια τέτοια περίεργη στάση τους βρήκε η έφοδος από τις δύο πρώην εχθρές κι αντίζηλες εθελόντριες, που τώρα είχαν γίνει φίλες κολλητές κι …επιστήθιες. Αποφάσισαν λοιπόν κι αυτές να συμμετάσχουν. Δεν δυσκολεύτηκαν ντε και πολύ οι άλλοι να τις …πείσουν. Όταν όμως έκανε τη δεύτερη έφοδο ο λοχαγός, αυτός που είχε γίνει η «πέτρα του σκανδάλου», αυτός καλέ με την γκλιτσοφόρο πεθερά, αποφάσισε κι αυτός εν ριπή οφθαλμού να μην αφήσει τους φαντάρους να του πάρουν την …πρωτιά. Κι εκεί που κουτούπωνε την αδελφή, ενώ αι δύο φίλε επεριοποιούντο γλωσσικώς τους οδηγούς, να ‘σου που σκάει μύτη ο ταξίαρχος, αφού κάτι είχε υποψιαστεί και τους παρακολουθούσε από καιρό. Αυτός όμως δεν είχε καμίαν πρόθεσιν να συμμετάσχει, ένεκα η ηλικία, το αξίωμα, κι η ακλόνητη ηθική (σαν βράχος). Σήμανε συναγερμό και σε λίγα δευτερόλεπτα η ετοιμοπόλεμη φρουρά του λόχου διοικήσεως έπιασε τους ελευθεριάζοντες παρτουζιάρηδες …ουζόβιους πριν καν προλάβουν να ξανασηκώσουν τα …παντελόνια τους.

Στο στρατοδικείο που ηκολούθησε ακούστηκαν φριχτά και τρομερά πράγματα. Κάτι οι αυτόπτες μάρτυρες, κάτι οι κασέτες από τις κρυφές κάμερες παρακολούθησης, αποκαλύφθηκαν τα πάντα για τα σύγχρονα Σόδομα και Γόμορρα. Αι δύο γυναίκαι, μετά το ξεμπρόστιασμά τους είχαν αποφασίσει (μέχρι εκείνο το μοιραίο βράδυ στην αποθήκη πυρομαχικών, ότε δεν ημπόρεσαν να αντισταθούν)… είχαν αποφασίσει λέω να τη βρίσκουν μόνον μεταξύ τους. Το ίδιο και οι δύο οδηγοί (ο πρώην ταξιτζής κι ο τέως φορτηγατζής)… Αυτοί οι αλιτήριοι δεν είχαν ούτε ιερό ούτε όσιο: πήγαιναν συχνά στο μικρό εκκλησάκι, το οποίο ευρίσκετο εις τα παρυφάς του στρατοπέδου, δήθεν δια να ανάψουν τα κηρία, ή να αποτρέψουν κάποιαν υποθετικήν πυρκαγιάν κι εκεί εκούναγαν την αμυγδαλιά, τη ροδακινιά, τη βυσσινιά, τη ροδιά και όλα τα δέντρα άτινα έδινον βάσιν στον ασυγκράτητον πόθον του ενός δια τον άλλον… Όμως η αποθέωσις ήτο ο αποθηκάριος!!! Αυτός ευρέθη με μία χειροβομβίδα εις το σακίδιόν του, την οποίαν – όπως είπε εις την απολογίαν του – θα τη χρησιμοποιούσε για αυτοάμυνα και θα την πετούσε καταπάνω σε όποιον πήγαινε να τον …βιάσει. Μα δεν είχε μείνει και κανένας στο στρατόπεδο που να μην τον είχε πάρει από πίσω, οικειοθελώς κι αυτοβούλως, ούτε καν ο γηραιός ταξίαρχος, που το έπαιζε σοβαρός, η μουσίτσα, η σιγανοπαπαδίτσα… Πω πω! Μα τι γίνεται εδώ; «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, πού να δεις η …σβούνια του».

 

Σημείωση: Όλα τα ως άνω εξιστορούμενα είναι προϊόν νοσηράς φαντασίας κι ουδεμίαν μα ουδεμίαν σχέσιν έχουν, λέω, με την ούτως καλούμενην πραγματικότηταν! Δεν γίνονται αυτά. Και μάλιστα, στα απολύτως ηθικά ελληνικά στρατά, που στέλνουμε τα παιδιά μας για να γίνουν «άντρες». Στα οθωμανικά στρατεύματα, πάλαι ποτέ, μπορεί να επιδίδοντο οι άρρενες σε τέτοιες ερωτικές περιπτύξεις κι οι γυναίκες να είχαν τον πισινό …πηγάδι, αλλά να κρατάνε την παρθενία από μπροστά για τον σύζυγο, τον επίσημο, κι οι μαίες να επιδίδονταν σε παρθενοραφές με σακοράφα, όμως τώρα, την σήμερον ημέρα, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Δεν το παραδέχομαι! Τα γράφωμεν εδώ για παραδειγματισμός προς αποφυγήν και για το χαρίεν του πράγματος. Ομοιοπαθητική vs (εναντίον) Ακολασίας. Αυτά. Θα επανέλθω δριμύτερος. Απειλή!

 

Leave A Response