Η κληρονομιά και οι άτιμοι συκοφάντες

Η κληρονομιά και οι άτιμοι συκοφάντες

Τελικά στην Ελλάδα, δεν «είσαι ό,τι δηλώσεις», αλλά «ό,τι σου προσάψουνε» οι άτιμοι οι συκοφάντες. Και ξέρετε πώς βγήκε αυτό το ουσιαστικό «συκοφάντης»; Από εκείνους τους προδότες, τους μαρτυριάρηδες, που κατηγορούσαν τους κατά τα άλλα έντιμους και χρηστοήθεις συμπολίτες τους, παραγωγικούς γεωργικών προϊόντων, ότι πουλάνε …σύκα στη μαύρη αγορά, παρά τη συκοαπαγόρευση που είχε επιβάλλει το αθηναϊκόν κράτος για να επιβάλλει έλεγχον εις αυτόν τον περιζήτητον καρπόν, ούτινα εφύλαγεν ως κόρην οφθαλμού (και βάλε!). Λέτε γι’ αυτό να φωνάζανε (παλιά, πολύ παλιά) «σύκα! Σύκα!» όταν πέρναγε κουνιστή και λυγιστή καμιά θηλυπρεπής αδελφή κι επήγαινε σα μαούνα σε γιαλό με δώδεκα μποφώρ; Μήπως αυτό το περιζήτητο σκληρό νόμισμα, εχρησιμοποιείτο εις δωροδοκίες, ως δέλεαρ ή ακόμα και (τολμώ να είπω) ως σεξουαλικόν αντάλλαγμα; Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου. Αμάρτησα, ο ανθηρόστομος! Έλεος, ίλεως γενού!

Αλλά, για να έρθουμε στο προκείμενο, καλά μου παιδιά. Και να δούμε
«πόσ’ απίδια βάνει ο σάκκος» του καθενός μας.

Η ιστορία ξεκινάει παλιά (πολύ παλιά – προτού καν φανταστώ ότι θέλω να γεννηθώ εγώ, και πριν «επιλέξω» αυτή τη φαμίλια – ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή – κλείνει η μακρά αυτή παρένθεσις). Λοιπόν, θα σας τα πω όλα μέσες-άκρες, έτσι όπως τα θυμάμαι, ή όπως μου τα διηγήθηκαν οι καλοθελητές (που πάντα υπάρχουν και θα υπάρχουν, βεβαίως, πριν μεταστούμε στον Κήπο της Εδέμ, απ’ όπου μας έριξεν εδώ τύχη κακή «να τρώμε τα κλιτσά μας» – δεν γνωρίζω τι επακριβώς σημαίνει αυτή η έκφραση, αλλά κάπως έτσι το καταλαβαίνω: «να τρωγόμαστε με τα ρούχα μας και μεταξύ μας, σαν τα κοκόρια» – στο περίπου, δεν είμαι κι η …Κανέλλη! Που πολύ τη συμπαθώ. Τι γυναίκα! Τι τσαγανό!).

Λοιπόν, καυλά μου παιδιά, μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας καλόγερος, ρέκτης και μερακλής (του ήρεσαν, βλέπεις, τα μειράκια, άτινα ήρχιζαν να σχηματίζουν χνούδι εις το επανώχειλον – Θεέ μου, τι γράφω. Θα πέσει φωτιά και θα μας κάψει. Σόδομαι και Γόμορρα). Ο εν λόγω καλόγερος, όπως όλοι οι «τοιούτοι» [κλισέ και στερεότυπο, του κερατά], είχε γερό κομπόδεμα, σε χρυσές λίρες Βικτωρίας, φυλαγμένο σε έναν μισοσκουριασμένον κουβά στη ρίζα μιας αγριοτριναταφυλλιάς. Κατά καιρούς ξεπάτωνε το ατυχές φυτόν ίνα προσθέση ή αφαιρέση σολδία. Και μετά εφύτευεν άλλον, για να το …ξεκωλώσει κι εκείνον, μόλις ήρχετο η σειρά του, για να επαυξήσει και να καταμετρήσει (βεβαίως) τον θησαυρόν του, ο Σκρουτζ!

Αλλά μια μέρα των ημερών εκείνων, ευρήκε τον δάσκαλόν του, όχι ακριβώς εις το πρόσωπον, αλλά εις άλλο όργανον …πιο κάτω, υπερμεγέθες κι αδηφάγον, ανυπόμονον και πονηρόν. Και το εργαλείον αυτό ανήκεν εις μπακαλόγατον, τουτέστιν αγυιόπαιδα συνηθισμένον να κλέβει στο ζύγι αλεύρια και σαπούνια και τυρία, ίνα μη είπωμεν δια τα όσπρια, όπου εκεί εγίνετο ο κακός χαμός! Ο νεαρός του τα έφαγε όλα. Ούτε μία δα χρυσή λίρα δεν του άφηκε, να έχει να πορεύεται εις τα γεράματα.

Κι αφού τον έγδυσεν, μεταφορικώς και κυριολεκτικώς, ο καλόγερος ετρελάθηκε, τον εκλείσανε σε άσυλο κι επέθανεν σαλός, όπως μωρός ήτο πριν, ωσαύτως, και …τρελή (ανυπερθέτως).

Ο νεαρός πήρε τα κλοπιμαία, «τα κόπια του» κατ’ άλλους, πήγε στην λιμοκτονούσα τότε Αττικήν κι αγόρασε βοσκοτόπια, τα οποία απεδείχθησαν καλή επένδυσις, διότι ότε η Αθήνα εγνώρισε το ρεύμα της αστυφιλίας κι έγινε τρελή ανοικοδόμησις, μπαζώσανε τα ρέματα και χτίσανε ακόμα και στο …κεφάλι της Αθηνάς (που λένε), τα στρέμματα αυτά απεδείχθησαν αληθές χρυσωρυχείον. Στην αρχή επήρεν ο πονηρός νέος κάποια διαμερίσματα αντιπαροχήν, άτινα εκοικίασεν. Έπειτα όμως, ως περπατημένος που ήταν κι αλάνι, γάμα εδώ, πήδα εκεί, δώσε τσιμπούκι πιο πέρα, πάρε πίπα, γλείψε-γλείψε (αργότερα – πολύύύ αργότερα) έστησε τη δική του κατασκευαστική εταιρεία, έτσι που έφτασε στα σαράντα του (όχι στο μνημόσυνό του, αλλά ότε ήτο τεσσαράκοντα ετών) να έχει ακίνητα ακόμα και στο Μονακό, στο Λιχνενστάιν και  – γιατί όχι; –  εις το Λονδίνον, αμ πως; Βλάχος-ξεβλάχος, με το καυλί του τα έκανε όλα τούτα.

Ηπανδρεύθη, ενυμφεύθη μάλλον, κόρην σχιζοφρενήν, πλην όμως πολύφερνον. Ήτο και ζωγράφος, η αθλία! Ερασιτέχνης βεβαίως. Και πιανίστα. Και βουλιμική. Και λαίμαργος. Και απαιτητική. Και σπάταλη. Ότε εγέννησε την κόρη τους, τέρας ασχήμιας, σαν τον ΕΤ τον εξωγήινο ένα πράγμα, τότε ήτο που απεφάσισαν κοινή συναινέσει να διακόψουν τις γαμήλιες υποχρεώσεις και να αναθέσουν τα συζυγικά καθήκοντα εις την υπηρέτριαν, ήτις έκανε και χρέη νοσηλεύτριας της κυράς της, ότα τα πολλά ματζούνια και το αρσενικό που έριχνε κάθε μέρα εις το τέιον της ήρχισαν να λειτουργούν, εις την αρχήν της προκάλεσαν νεφρικήν ανεπάρκειαν, μετά παράνοιαν με οπτικές κι ακουστικές παραισθήσεις, όμως – όχι – αυτήν δεν την έκλεισαν εις το τρελάδικον, όπως τον ατυχήν καλόγερον, που δεν είχε κανέναν εις τον κόσμον να τον νοιαστεί. Όχι, αυτήν τη δολοφόνησαν με το πολύ φαγητό: και να ‘ σου τα μπουρέκια κι οι κιμάδες κι οι πίτσες και τα μελομακάρονα κι οι δίπλες (με το κιλό!) ήρθε κι έδεσε η καϋμένη, σα θρεφτάρι που πάνε να το σφάξουνε. Της ήρθε μία μέρα κόλπος και «μην τον είδατε τον Παναγή». Από την επομένη μέρα, η δούλα έγινε κυρά κι επήρε την διοίκησιν του σπιτιού. Εξόρισε την κόρη, τη μοναδική νόμιμη κόρη του αφεντικού της, στο Λονδίνο, εσώκλειστον εις αυστηρόν οικοτροφείον καλογραιών (δεν ήταν Ορθόδοξες, αλλά τι πειράζει, εδώ θα κολλήσουμε τώρα;). Μετ’ ου πολύ κι ο προσοντούχος χήρος άρχισε να καταρρέει από τα μαντζούνια της φαρμακεύτρας, ήτις τον κληρονόμησεν. «Της τα έκανε όλα επάνω της», όπως είπαν οι σκατόψυχες, οι συγγένισσεις της γυναίκας του, οι κουτσομπόλες. Όλα; Ή σχεδόν όλα; Μπα, τίποτα. Ψιλολόγια. Γιατί ήτο ακόμα – δυστυχώς – ζωντανή η άσχημος κόρη.

Έκανε λοιπόν τα πάνδεινα η δούλα για να την απαξιώσει ως νύφη, να της χαλάσει τα προξενιά, να της πασάρει τον μεγάλον της αδελφόν ως εραστήν, αλλά κι ο μικρός επήρε μεζέν. Την πότισαν ροσόλια και ουίσκια και ρακές. Την έκαναν αλκοολική την κακομοίρα. Αλλά ο επόμενος εραστής της, ένας γιατρός με καταγωγήν από τους Βαυαρούς του Όθωνα (αλλά και κομμουνιστής) την απέσπασεν από τους όνυχάς τους για να την κάμη απλοκειστικώς και μόνον δική του λείαν. Αυτός την έκανε ναρκομανή την κοπέλα με την ψυχοφάρμακα, την άτυχη κοπέλλα. Κάτι τα ψυχοφάρμακα, κάτι το αλκοόλ εκατήντησε κι αυτή νεφροπαθής κι έζησε σάπια τριάντα χρόνια!!!

Μέχρι τότε μεγάλωσαν κάτι μακρινά της εγγόνια από το σόι του πατέρα της κι άρχισαν να τη γυροφέρνουν για την κληρονομιά του μακαρίτη, του καλογεροπνίχτη! Κάτι με τα γλειψίματα, κάτι με τις συκοφαντίες, κάτι με δωράκια, μαλαγιανές κι υποσχέσεις αιώνιας πίστης κι αφοσίωσης, αφού δεν δίστασαν να της προσφέρουν και …σεξουαλικές υπηρεσίες, τελικά την έπεισαν και «τα έκανε όλα επάνω» στους δύο γιους του ενός, του πλέον αδίστακτου και παραδόπιστου αλήτη, όστις εσυκοφάντησεν όλους εμάς, τους άλλους τίμιους κι εργατικούς μεροκαματιάρηδες («μεροδούλι – μεροφάι»)… Αλλά δεν έμαθε κανείς τίποτα πριν την κηδεία. Είχε μάλιστα το θράσος ο αλιτήριος να βάλει τους άλλους συγγενείς να την πληρώσουν ρεφενέ, γιατί είχε ξεμείνει από ρευστό λόγω …ΕΝΦΙΑ τάχαμου τάχαμου. Μα πού να του μείνει ρευστό του σκορποχέρη; Τρύπια ήταν τα χέρια του. Κι αυτουνού και των παιδιών του. Έτσι δεν άργησαν να εξανεμίσουν την περιουσία της συχωρεμένης, άμα τη παραλαβή και της εξωφλήσεως του υπέρογκου φόρου κληρονομιάς (δεδομένου ότι δεν ήταν ούτε συγγενείς τετάρτου βαθμού, μέχρι και τα πιστοποιητικά γεννήσεως). Το τι σκατοψύχι έφαγε η εκλιπούσα μόλις έγιναν γνωστά όλ’ αυτά (εκ των υστέρων, πολύ εκ των υστέρων) από τους νόμιμους κληρονόμους, ότε αυτή αντελήφθησαν επιτέλους (οι βραδύνοες) την απάτη, και τη ζημία – βεβαίως – που έπαθαν.

Αλλά τι να πεις; «Ανεμομαζώματα – διαβολοσκορπίσματα», όπως είπε μία εξ αυτών, η πλέον θυμόσοφος κι αμετροεπής. «Τα σολδία του καλόγερου, από μπουρδέλα σε καταγώγια κι από ύποπτες συναλλαγές σε πονηρά τσεπάκια κατέληξαν. Αυτά παθαίνει κανείς όταν ξεφεύγει από τον δρόμον του Κυρίου!». Αληθώς. Συμφωνώ κι επαυξάνω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Leave A Response

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.